ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΟ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΜΟ – ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΙΣ ΗΠΑ

Του Peter Schaber (Lower Class Magazine). Το πρωτότυπο: https://tinyurl.com/y249lbun

Μετά την δολοφονία του George Floyd από μπάτσους στις ΗΠΑ, πολλές μεγαλουπόλεις τυλίγονται στις φλόγες. Παρόλο που βαριά οπλισμένοι μπάτσοι και στρατός προσπαθούν να καταστείλουν βίαια και χωρίς διακρίσεις τους εξεγερμένους, μαζικές ειρηνικές και μαχητικές πορείες συνεχίζουν ακάθεκτα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να μην βρίσκονται στο κατώφλι ενός εμφυλίου πολέμου, όμως μπορούμε να πούμε ότι βλέπουμε μια καταστολή της εξέγερσης επηρεασμένη από τα σχέδιά urban-warfare των στρατών του ΝΑΤΟ.

Εάν κάποιος αναρωτηθεί «περί τίνος πρόκειται όλος αυτός ο μαζικός ξεσηκωμός;», η απάντηση είναι εύκολη: αστυνομική βία και ρατσισμός. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει, και ακόμη και διάφοροι αστικοί πολιτικοί είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους. Ωστόσο είναι σημαντικό το πώς αντιλαμβανόμαστε αυτές τις δύο έννοιες. Γιατί η αστυνομική βία δεν είναι απλά βία μεμονωμένων μπάτσων που «ξεπερνούν τα όρια» και ο ρατσισμός δεν περιορίζεται στη φυλετική διάκριση ανθρώπων με μαύρο δέρμα.

Ας δούμε για παράδειγμα τις διαμαρτυρίες και τις εξεγέρσεις των περασμένων χρόνων: Oakland 2014, μετά την δολοφονία του Michael Brown και του Eric Garner από μπάτσους, Baltimore 2015, μετά την αστυνομική δολοφονία του Freddie Gray, 2016 μετά την δολοφονία του Alton Sterling και του Philando Castile, 2017 μετά την απαλλαγή των κατηγοριών από τον μπάτσο Jason Stockley, ο οποίος δικαζόταν για τον πυροβολισμό του Anthony Lamar Smith στο St. Louis.

Τί κοινό είχαν όλα τα παραπάνω θύματα; Θα μπορούσαμε να πούμε απλά «ήταν μαύροι». Ναι μεν, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, αφού προέρχονταν όλοι από την εργατική τάξη ή από περιθωριακά (λούμπεν/υποπρολεταριακά) στρώματα. Αυτό το γεγονός δεν είναι τυχαίο, αλλά έχει μάλλον να κάνει με συστημικά χαρακτηριστικά του αμερικάνικου καπιταλισμού. Η πολιτική, δικαστική, πολιτισμική καταπίεση του μαύρου πληθυσμού παρέμεινε μετά το επίσημο τέλος του καθεστώτος δουλείας στην υπηρεσία του κτισίματος της αμερικάνικης οικονομίας. Οι περίφημοι νόμοι «Black Codes» είχαν καθιερώσει ένα νέο σύστημα εργατικής σκλαβιάς, στο οποίο οι μαύροι δεν είχαν δικαίωμα μετακίνησης δίχως χειρόγραφη άδεια από τον εργοδότη/καπιταλιστή «τους». Ο «εργοδότης» μπορούσε επίσης να τους ενοικιάζει – στην ουσία ήταν απόλυτα εξαρτημένοι από τις εντολές/επιλογές του. Αν κάποιος μαύρος είχε την ατυχία να συλληφθεί από την αστυνομία και δεν μπορούσε να αποδείξει ότι βρισκόταν στις υπηρεσίες κάποιου καπιταλιστή, κατέληγε σε καταναγκαστική εργασία. Αναρίθμητες ήταν οι περιπτώσεις που έπεφταν στα χέρια μεγαλο-βιομηχανιών, όπως για παράδειγμα της US-Steel-Corporation – μια «σκλαβιά με άλλο όνομα», όπως την χαρακτήρισε ο δημοσιογράφος Douglas A. Blackmon. Δουλειά διάφορων αστυνομικών αρχών ήταν να συλλαμβάνουν τους μαύρους «αλήτες» και να τους οδηγούν στο καπιταλιστικό κάτεργο.

Με την πάροδο των χρόνων, οι «Black Codes» παραμερίστηκαν κάνοντας χώρο για την «εκμίσθωση κρατουμένων» φέρνοντας μια επεξεργασμένη, «φιλελεύθερη» μορφή εισαγωγής των μαύρων στο σύμπλεγμα της βιομηχανίας μέσω των φυλακών. Αυτό που παραμένει: οι μαύροι αποτελούν υπερεκμεταλλευόμενο και φτωχό στρώμα μέσα στον αμερικάνικο καπιταλισμό, χρήσιμο για τις πιο βαριές δουλειές και με ακραία περιορισμένα δικαιώματα για οργάνωση και αντίσταση.

Το πιο πάνω ισχύει ακόμη και σήμερα: η πλειοψηφία των μαύρων ζουν σε εξαθλιωμένες φτωχο-περιοχές των ΗΠΑ [1]. Ήδη από το 1979 αυξάνετε η ποσοστιαία διαφορά του μισθού ανάμεσα σε λευκούς και μαύρους, [2] ενώ οι πιθανότητες να καταλήξει κάποιος στη φυλακή είναι μεγαλύτερες αν είναι μαύρος. Το τελευταίο έχει πάλι διάφορες κοινωνικές επιπτώσεις: «παρόλο που οι ρυθμοί φυλακίσεων έφτασαν μια ιστορική κορύφωση, η ανισότητα στην εκτέλεση της ποινής είναι μάλλον το σημαντικότερο γεγονός, κοινωνικά. Αυτή η ανισότητα εκφράζεται με ασυνήθιστα ποσοστά φυλακίσεων νεαρών Αφροαμερικάνων, κυρίως αντρών, οι οποίοι διαθέτουν (το πολύ) απολυτήριο γυμνασίου. Για αυτούς τους νεαρούς, γεννημένοι στα 70s, είναι φυσιολογικό κομμάτι της ζωής τους να περάσουν κάποιο χρονικό διάστημα στην φυλακή», συμπεραίνει σχετική έρευνα.[3]

Η φυλάκιση διατηρεί τους φυλακισμένους (και τους απογόνους τους) στο κοινωνικό στρώμα από όπου προέρχονται. Γενικά, για αυτούς δεν υπάρχουν προοπτικές «ανέλιξης». Το συγκεκριμένο ποινικό σύστημα έχει έναν οικονομικό σκοπό: «μελετούμε πώς οι φυλακισμένοι, κυρίως Αφροαμερικάνοι άντρες, αποτελούν ένα ντεπόζιτο εύκολα εκμεταλλεύσιμης εργατικής δύναμης, επιτρέποντας έτσι σε διάφορων ειδών βιομηχανίες – από την γεωργία μέχρι πολυεθνικές εταιρίες όπως την Microsoft – να εισπράττουν μεγάλα κέρδη», γράφουν οι Earl Smith και Angela Hattery [4]. «Ειδικότερα, επιχειρηματολογούμε ότι το παρών ποινικό σύστημα στις ΗΠΑ αντιγράφει την οικονομία της παραγωγής δούλων του Νότου».

Οι επιπτώσεις του Covid-19 αποδεικνύουν ότι ο μαύρος πληθυσμός ανήκει στα στρώματα της εργατικής τάξης που πλήττονται περισσότερο από τέτοιες κρίσεις [5]. Τα τεράστια κοινωνικά αποτελέσματα της κρίσης του κορονοϊού – με περάν των 40 εκατομμυρίων ανέργων [6] – φαίνεται να συμβάλουν τουλάχιστον στην ορμητικότητα και το μέγεθος των διαμαρτυριών.

Αστικός και προλεταριακός αντιρατσισμός

Αν εξετάσει κάποιος τα ρατσιστικά στοιχεία χώρια από τα ταξικά, συναντά θεωρητικά όρια. Από τη δεκαετία του 60 κι έπειτα, εμφανίζεται όλο και πιο ξεκάθαρα μια μαύρη αστική και μεσαία τάξη, η οποία έχει συσσωρεύσει πολιτικές και οικονομικές εξουσίες. Για την μάζα των φτωχών μαύρων αυτό δεν αλλάζει κάτι, αφού μπορεί να υπήρχαν «black faces in high places», αλλά στα γκέτο συνέχισαν να υπάρχουν οι ίδιες κατσαρίδες, βουνά από σκουπίδια, πρεζάκια και μπάτσοι, όπως έγραψε ο Amiri Baraka το 1972.

Με πιο μεγάλη ακρίβεια περιέγραψε την λειτουργία αυτών των ανερχόμενων, πετυχημένων μαύρων η Keeanga-Yamahtta Taylor: «Το σημαντικότερο ήταν η ύπαρξη αυτού του στρώματος παρά το μέγεθός του. Η ύπαρξή του και μόνο νομιμοποιεί τον αμερικάνικο καπιταλισμό (…). Η εμπειρία αυτής της τάξης δεν αντιπροσώπευε, με κανένα τρόπο, την πλειοψηφία των Αφροαμερικάνων/ιδων και ούτε εξέφραζε μια κοινή μαύρη εμπειρία(…). Προσωπικές ιστορίες ανέλιξης και επιτυχίας άρχισαν να αντικαταστούν εκείνες του κοινού αγώνα.»

Αυτή είναι μια κύρια διαφορά στην κατανόηση του όρου «αντιρατσισμός»: μέσα στην συνείδηση της αστικής και μικροαστικής τάξης, ο αντιρατσισμός γίνεται αντιληπτός σαν ο αντιρατσισμός της ενσωμάτωσης/αφομοίωσης (integrationantirassismus στο αρχικό). Αυτό σημαίνει το ξεπέρασμα ή την καταστροφή των «εμποδίων», ούτως ώστε να γίνει εφικτή η ανέλιξη μέσα στο υπάρχον σύστημα. Αυτή όμως η ανέλιξη είναι υλοποιήσιμη «πατώντας πάνω σε σώματα μαύρων γυναικών όπως το δικό μου», όπως έγραφε η μαύρη πάνθηρας Elaine Brown απορρίπτοντας αυτό το σενάριο. Ο αντιρατσισμός της ενσωμάτωσης ούτε μπορεί, ούτε θέλει όντως, να αλλάξει κάτι τόσο στις εσωτερικές, όσο και στις εξωτερικές ιμπεριαλιστικές συνθήκες. Η προεδρία του Barack Obama το απέδειξε πέραν αμφιβολίας.

Ο αντιρατσισμός της ενσωμάτωσης είναι δημοφιλής στο λευκό mainstream ενώ κατέχει ιδεολογική ηγεμονία επί του συνόλου του αντιρατσιστικού κινήματος. Η κεντρική του θέση είναι τόσο απλή – αλλά και λανθασμένη: όταν οι διευθυντικές θέσεις στην οικονομία, την πολιτική και στα αστικά μίντια αναποκρίνονται στη διαφορετικότητα, τότε θα έχει ξεπεραστεί ο ρατσισμός.

Αυτό μπορεί ακόμη, δίχως πρόβλημα, να συνδυαστεί και με έναν «πολιτισμικό εθνικισμό» μέσα στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων: «αφού ο πολιτισμικός εθνικισμός δεν αμφισβητεί το status quo, η εμφάνιση των «black and proud» – filmstars, κοινωνικών λειτουργών, δασκάλων και σωφρονιστικών υπαλλήλων – είναι μαζική», γράφει ήδη από το 1969 η Linda Harrison στην εφημερίδα του κόμματος των Μαύρων Πανθήρων. «Μία θέση στην μπουρζουαζία και την αστική τάξη δεν αποκλείει το «Μαύρο», και αντίστροφα. Οι δομές εξουςίας επιτρέπουν, μετά από έναν αναγκαίο αγώνα, την νέο-εμφανιζόμενη [μαύρη] περηφάνια, την οποία χρησιμοποιούν για να πουλήσουν προϊόντα κάθε είδους. Η εξουσία σέβεται και ανέχεται όλα όσα είναι ακίνδυνα και δεν αμφισβητούν την υπάρχουσα τάξη».

Ο καπιταλισμός, ως ένα τρομερά ευέλικτο και προσαρμόσιμο σύστημα, μπορεί να «καταπίνει» κινήματα, καταλήγοντας δυνατότερος λόγω της κριτικής που δέκτηκε. Όποιος κάνει πολιτική ταυτοτήτων (identity politics) χωρίς ταξική συνείδηση κάνει μια τρύπα στο νερό. Μαύροι μπάτσοι, δήμαρχοι και κυβερνήτες λειτουργούν αδιαμφισβήτητα για να καταστείλουν ή να προλαμβάνουν εξεγέρσεις σε μαύρες φτωχογειτονιές. Επίσης, η μετατροπή μιας καταπιεσμένης μαύρης κουλτούρας σε εμπορευματικό θέαμα του Hollywood, δεν είναι απλά κερδοφόρα επιχείριση, αλλά αφαιρεί και την επαναστατική δυναμική αυτής της υποκουλτούρας. Εννοείται πως καριερίστες μαύροι ακτιβιστές που στηρίζουν εκλογικά, είτε τους ρεπουμπλικάνους, είτε τους δημοκρατικούς, σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν απειλή για την διαιώνιση του ρατσισμού στο καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο.

Αντιθέτως, ο προλεταριακός αντιρατσισμός, δεν περιμένει μια υποσχούμενη κοινωνική ανέλιξη αλλά, προσανατολίζεται στην συλλογική οργάνωση και την καταστροφή ολοκλήρου του συστήματος καταπίεσης που είναι κτισμένο πάνω στην εκμετάλλευση. Δεν θέλει να γίνει συνέταιρος της υπάρχουσας εξουσίας, αλλά αντι-εξουσία. Σε αυτή τη βάση, το μαύρο επαναστατικό κίνημα τόνιζε πως ο αγώνας των μαύρων στις ΗΠΑ είναι ένα κομμάτι της παγκόσμιας μάχης κατά του ιμπεριαλισμού και του ρατσισμού. Οι μαύροι πάνθηρες αντιλαμβάνονταν την κατάσταση των μαύρων στις ΗΠΑ ως παρόμοια με εκείνη των λαών σε βάρος των οποίων οι ΗΠΑ ασκούσαν αποικιακή επιρροή.

Σε αντίθεση με τον αντιρατσισμό της ενσωμάτωσης, ο προλεταριακός αντιρατσιμός έχει μια οργανική σχέση με τον «πολιτισμικό εθνικισμό». Μπορεί να τον ωφελήσει στην οργάνωση, αλλά δεν αποτελεί σκοπός της οργάνωσης. Μπορεί να «ενδυναμώσει», αλλά το σημαντικό είναι ο σκοπός που ενδυναμώνει. Ο σκοπός, όπως τόνιζε επανειλημμένα ο Fred Hampton, είναι μια «διεθνής προλεταριακή επανάσταση». Αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί από μόνο ένα θραύσμα του προλεταριάτου: «Οι εργάτες όλων των χρωμάτων πρέπει να ενωθούν εναντίον της εκμεταλλευτικής, καταπιεστικής άρχουσας τάξης», όπως λέει ο Bobby Seale. «Επιτρέψτε μου να το ξανάτονίσω – ο αγώνας μας είναι ταξικός και όχι φυλετικός.»

Ο προλεταριακός αντιρατσισμός απαντά στις ερωτήσεις που θέτουν οι θεωρίες διαθεματικότητας, περί «διασταύρωσης» διαφόρων σχέσεων καταπίεσης και εκμετάλλευσης, με έναν στρατηγικό συλλογισμό: ποιά τάξη ενδιαφέρεται, αντικειμενικά, να καταργήσει το εκμεταλλευτικό σύστημα, και όχι μόνο να απαλύνει τα συμπτώματά του; Και πώς συγκροτείται αυτή η τάξη στις κοινές συνθήκες διαβίωσης, αγώνων και συμφερόντων;

Αυτό που συχνά αποφεύγουν να αναφέρουν οι θεωρίες περί «προνομίων», οι οποίες διαδίδονται κυρίως στα πανεπιστήμια και στην μεσαία τάξη, είναι ότι οι συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων μοιάζουν μεταξύ τους – ενώ η εξέταση αυτών των συνθηκών μόνο από την σκοπιά των διακρίσεων υστερεί. Οι καθημερινές συνθήκες των άσπρων και μαύρων (λούμπεν) προλετάριων στα τροχόσπιτα και στα γκέτο, οι απεγνωσμένες τους προσπάθειες να επιβιώσουν, η πείνα και η πιθανότητα να καταλήξουν στην φυλακή είναι η ωμή πραγματικότητα, παρά τα αφηρημένα κοινά στοιχεία μεταξύ π.χ του Freddie Grey από τις φτωχο-γειτονίες της Βαλτιμόρης και του Kenneth Frazier, του CEO της Merck&Co., δηλαδή το γεγονός ότι είναι και οι δύο μαύροι και υπήρξαν θύματα ρατσισμού.

Ο ρατσισμός, από την οπτική ενός προλεταριακού αντιρατσισμού, εμφανίζετε πρώτα απ’όλα ως ένα δίπτυχο. Πρώτον, ως ένα υλικό και συστημικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, ο οποίος πρέπει να καταστραφεί εξολοκλήρου. Δεύτερον, ως ιδεολογία διαχωρισμού της εργατικής τάξης, εμποδίζοντας την οργάνωση της. Το τελευταίο, είναι ένα πρόβλημα που δεν μπορεί καν να αποφευχθεί, ακόμα και αν οι PoC (people of color – μη λευκοί) θέλουν να οργανωθούν χωρίς την συμμέτοχή λευκών, επειδή και μεταξύ τους υπάρχει ρατσισμός: Άραβες, Κούρδοι, Τούρκοι, Μαύροι «PoC» σίγουρα δεν είναι απαλλαγμένοι από ρατσιστικές προκαταλήψεις. ֗ Ιδίως από το 2015 κι έπειτα παρατηρείται μια εχθρική στάση από κοινότητες μεταναστών απέναντι σε νεοαφιχθέντες πρόσφυγες, η οποία έχει για υλική βάση τον φόβο ότι η ήδη κρίσιμη κατάσταση τους μπορεί να χειροτερέψει μέσο των νέων προσφύγων/μεταναστών.

Υλιστική Βάση

Αυτές οι προκαταλήψεις, καλλιεργημένες και εδραιωμένες από τα ιδεολογικά όργανα των κυβερνώντων, από το φιλελεύθερο mainstream μέχρι την ακροδεξιά, παραμένουν μια όψη του προβλήματος. Ενάντιά τους, βοηθά η μόρφωση και η αναγνώριση, η συλλογική οργάνωση και η προπαγάνδα. «Όταν ο λαός καταλάβει τι συμβαίνει, τότε δεν θα στρέφουν τα όπλα ο ένας εναντίον του αλλού, αλλά εναντία στις δομές εξουσίας, οι οποίες αρκετά παίξαν μαζί μας», διατύπωσαν οι Young Lords ως αρχή για να υπερνικήσουν το πρόβλημα.

Παρόλα αυτά, το βασικότερο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι ο ρατσισμός μέσα στην εργατική τάξη δεν είναι απλά μια παράλογη αντίληψη, αλλά έχει μια υλιστική βάση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο καπιταλιστικός καταμερισμός εργασίας. Ήδη στις συζητήσεις της 1ης και 2ης [Κομμουνιστικής] Διεθνούς, διεξάγεται έντονη συζήτηση πάνω στο «αποικιακό ζήτημα» και μέχρι σήμερα παραμένει επίκαιρο, αφού η αριστερά περιορίζει την ταξική της ανάλυση σε εθνικά σύνορα και σε προνομιούχα εργατικά στρώματα.

Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνέχεια μια κατάσταση ανταγωνισμού μεταξύ των εργατών σε προσωπικό επίπεδο αλλά και μεταξύ συγκεκριμένων εργατικών κοινοτήτων, οι οποίες εχθρεύονται η μια την άλλη με πρόσχημα τα εθνικά χαρακτηριστικά. Αυτό αντιλήφθηκε ο Μαρξ παρατηρώντας τους Ιρλανδούς μετανάστες στην Αγγλία. Ο ρατσισμός ήταν, σε αυτήν την περίπτωση, μια ιδεολογική αντανάκλαση πραγματικών σχέσεων, δηλαδή της κατάστασης όπου Άγγλοι καπιταλιστές εκμεταλλεύονταν τους Ιρλανδούς ως κατώτερο στρώμα του προλεταριάτου. «Αυτοί οι Ιρλανδοί προλετάριοι, οι οποίοι ταξίδευαν για 4 πέννες (3 1/3 αργυρά γρόσια) στην Αγγλία πάνω στο κατάστρωμα των ατμόπλοιων και συχνά αναγκάζονταν να στριμώχνονται σαν ζώα, θρονιάζονταν παντού. Τους αρκούσαν, συχνά, τα χειρότερα διαμερίσματα. Τα ρούχα ήταν για αυτούς αδιάφορα, αρκεί να κρατιούνταν με μια κλωστή. Παπούτσια δεν είχαν. Η διατροφή τους ήταν πατάτες και μόνο πατάτες. Έπιναν ότι εισέπρατταν, τι να τον κάνει μεγάλο μισθό μια τέτοια γενιά; Στις χειρότερες γειτονιές των μεγαλουπόλεων ζούν Ιρλανδοί» , περιέγραφε ο Ένγκελς. Αυτό το μοντέλο είχε δύο αποτελέσματα: η παρουσία των Ιρλανδών απειλούσε τους μισθούς του αγγλικού προλεταριάτου και η απόρριψη του αγγλικού προλεταριάτου προς τους Ιρλανδούς εξασθενούσε τις προοπτικές του ταξικού αγώνα. Το αποτέλεσμα: «η γρήγορη ανάπτυξη της αγγλικής βιομηχανίας δεν θα μπορούσε να συμβεί, αν η Αγγλία δεν είχε ρεζέρβα τον πολυάριθμο και φτωχό κόσμο της Ιρλανδίας.»

Με τον ιμπεριαλιστικό διαμοιρασμό της γης και τις πρώτες εξεγέρσεις των αποίκων, συνεχίστηκε το ζήτημα της ασύγχρονης παγκόσμιας εξέλιξης του καπιταλισμού να βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων των διεθνών εργατικών κινημάτων. Οι ρεβιζιονιστικές, ρεφορμιστικές τάσεις ήταν αυτές που ξεπούλησαν τους διεθνείς εργατικούς αγώνες, υπερασπιζόμενες μια κοινωνικο-σοβινιστική αποικιακή πολιτική που ήθελε προνόμια για την εργατική τάξη στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Οι εσωτερικού ανταγωνισμοί του προλεταριάτου σε καιρούς παγκόσμιας παραγωγικής αλυσίδας, ιμπεριαλιστικών πολέμων, μαζικής μετανάστευσης, εξελιγμένου συστήματος outsourcing κακοπληρωμένης εργασίας μεταναστών και/ή παρανομοποιημένων, δεν μειώθηκαν. O κοινωνικός σοβινισμός, με την μορφή της σοσιαλδημοκρατικής «τοπικής πολιτικής», απέκτησε ξεκάθαρη ηγεμονία μέσα στα εργατικά κινήματα των καπιταλιστικών μητροπόλεων.

Τάξη και ταυτότητα: The Rainbow Coalition

Πώς μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτή την πρόκληση; Υπάρχουν, στην εργατική ιστορία, αρκετά οργανωτικά μοντέλα, τα οποία προσπάθησαν να βρούνε λύσεις μέσα σε αυτές τις συνθήκες και να ενώσουν την τάξη.

Στις ΗΠΑ, ένα από τα πιο γνωστά και ενδιαφέροντα παραδείγματα είναι αυτό του «Rainbow Coallition». Υπό την καθοδήγηση του Fred Hampton σχηματίστηκε, στα τέλη του 1960, από Μαύρους Πάνθηρες, Young Lords και Young Patriots ένας πολυεθνικός συνασπισμός, στον οποίο ενωθήκαν αργότερα και οι Students for a Democratic Society, Brown Berets, το American Indian Movement και το Red Guard Party. Η ένωση των επαναστατριών/ων από τα μαύρα κινήματα, την λατίνο κοινότητα, τις αυτόχθονες και λευκές οργανώσεις είχε σημαντική δυναμική.

Το Rainbow Coallition ήταν μία «στιγμή στην ιστορία των ΗΠΑ, όπου η πολιτική των ταυτοτήτων και η ταξική πάλη συγχωνεύτηκαν δυναμικά», γραφεί o Jakobi E. Williams [7]. Έφερνε μαζί μαύρους ακτιβιστές με μέλη Πουερτορικανών συμμοριών και νεαρούς περιθωριοποιημένους λευκούς, αλλά και φοιτητές. Όποιος βλέπει την πολιτική των ταυτοτήτων σήμερα θα αναρωτηθεί: πώς ταίριαξε όλο αυτό μαζί; Η μη-αναλογική καταπίεση δεν αντισταθμίστηκε με μία περίεργη ατομική εμπειρία προσωπικών «προνομίων», αντιθέτως οι συμμετέχοντες εστίασαν σε μία κοινή αιτία, η οποία έπρεπε να ξεπεραστεί συλλογικά. «Η συνομοσπονδία ένωνε διάφορες πολιτικές ταυτοτήτων σε μία ομάδα με μία ιδανική μορφή ταυτότητας – μια ταυτότητα, η οποία υπερέβαινε τις διαφορές και εστίαζε στις ομοιότητες. Ο κύριος κοινός παρονομαστής ήταν η φτώχεια.», με βάση τον Williams. Έτσι, όλες οι ομάδες είχαν ως κοινό στόχο να ξεπεράσουν τον καπιταλισμό και να προσανατολιστούν στο μοντέλο της πιο ανεπτυγμένης οργάνωσης εντός της συνομοσπονδίας, δηλαδή των Μαύρων Πανθήρων.

Όποιος γνωρίζει την σημερινή πολιτική (ταυτοτήτων) της διαφορετικότητας, όπου η κάθε διαφορά γίνεται αδιαπέραστο εμπόδιο, θα αναρωτηθεί: πώς ήταν αυτό εφικτό; Οι πάνθηρες με τους Young Patriots; Οι οποίοι είχαν για καιρό ως σύμβολο τους τη σημαία της αμερικάνικης συνομοσπονδίας; Σε μια εντυπωσιακή συνέντευξη ο Bobby Lee, σημαντικός πάνθηρας μαζί με τον Hampton, εξηγεί: [8] «το Rainbow Coallition ήταν απλά κωδική ονομασία για την ταξική πάλη» και ελάχιστα είχε να κάνει με ηθική καθαρότητα και workshops περί προνομιακού αναστοχασμού. Οι λευκοί/ες επαναστάτες/ιες κατάγονταν από φτωχογειτονιές, που καθόλου δεν διέφεραν από τα γκέτο των μαύρων: «όταν βλέπω πίσω και αναρωτιέμαι, υπήρχε η βάση για ένωση; Διάολε, ναι! Αμα πήγαινα στο Uptown Chicago έβλεπα τα χειρότερα γκέτο που μπορεί κάποιος να φανταστεί. Φρικτά γκέτο, και αυτοί που ζούσαν εκεί ήταν λευκοί», θυμάται ο Bobby Lee. Αυτά τα γκέτο ήταν περιοχές όπου στρατολογούσαν και διάφορα φασιστοειδή. Αυτό που περίμεναν οι πάνθηρες από τους λευκούς συντρόφους τους, δεν ήταν η αποχώρισή τους από αυτές τις γειτονιές αλλά το αντίθετο: να τσακίσουν τον λευκό εθνικισμό, κάνοντας ότι έκαναν οι πάνθηρες στις κοινότητές τους: οργάνωση για τον λαό [serve the people].

Το Rainbow Coalition διαλύθηκε από την κρατική καταστολή. Ο Hampton δολοφονήθηκε βίαια και μέσω του διάσημου προγράμματος COINTELPRO, το FBI διεξήγαγε έναν ανοικτό και συνάμα υπόγειο πόλεμο ενάντια στους πάνθηρες και άλλες ομάδες.

Έχουμε πολλά ακόμη να μάθουμε από αυτή τους την προσπάθεια: προφανώς, οι τεράστιες διαφορές μπορούν να ξεπεραστούν όταν η ταυτότητα του προλετάριου αποτελεί τη βάση της οργάνωσης, πάνω στην οποία οι διαφορές διευθετούνται και τα προνόμια διαλύονται για χάρη μίας «επαναστατικής κουλτούρας», και όταν ο κοινός στόχος είναι η «διεθνής προλεταριακή επανάσταση» ως προϋπόθεση για την απελευθέρωση όλων μας.

Όποια/όποιος θέλει να μάθει κατά πόσο ήταν λειτουργικό αυτό το πολιτικό μοντέλο, θα αρκούσε να έβλεπε τον φόβο στα μάτια του εχθρού. Με τα λόγια του Bobby Seal: «όταν το κόμμα ξεπέρασε το «hate whitey» τριπάκι και σοβαρεύτηκε, κτίζοντας πραγματική πολιτική, γίναμε απειλή. Τόσο απλό είναι. Το FBI πάντα μας παρακολουθούσε, αλλά το Rainbow Coallition ήταν ο χειρότερος τους εφιάλτης.»

1. https://nationalequityatlas.org/indicators/Neighborhood_poverty
2. https://www.epi.org/publication/black-white-wage-gaps-expand-with-rising-wage-inequality/
3. https://www.amacad.org/publication/incarceration-social-inequality
4. https://scholarlycommons.law.case.edu/cgi/viewcontent.cgi?referer=https://www.google.com/&httpsredir=1&article=1205&context=swb
5. https://edition.cnn.com/2020/04/21/economy/coronavirus-burden-black-hispanic-workers/index.html
6. https://www.nbcnews.com/business/economy/america-s-stunning-unemployment-surge-during-coronavirus-visualized-n1174801
7. https://www.tikkun.org/the-original-rainbow-coalition-an-example-of-universal-identity-politics
8. http://www.areachicago.org/the-original-rainbow-coalition