ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΥ

ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΥ

GRAFFITI, MEDIA, GENTRIFICATION & ΑΠΟΣΤΕΙΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

 

«Υπάρχει αρκετή μαυρίλα στις ψυχές μας, πρέπει να την βλέπουμε παντού;» διερωτάται μια φιλήσυχη πολίτης μέσα που ανώνυμο άρθρο στη free press φυλλάδα city1. Διερωτάται γιατί εν αναγκασμένη να θωρεί τούτην την αντιαισθητική «ρύπανση και… κακογουστιά». Ενάντια στους μπάτσους της αισθητικής τζιαι τους δημοσιογράφους της κακιάς ώρας εννά επιχειρήσουμε μια πολιτική υπεράσπιση της «μαυρίλας» στους τοίχους. Προφανώς η (ανώνυμη) επίδοξη αρθρογράφος έννεν μόνη στον αγώνα ενάντια στη μάστιγα του graffiti στην παλιά πόλη της Λευκωσίας. Διάφορα φρούτα γράφουν ποδά ποτζιεί σε διάφορους τοίχους (του facebook, για να μην παρεξηγούμαστε) τζιαι παραπονιούνται για την «έλλειψη αστυνόμευσης και [την] εγκατάλειψη, που αφήνει ελεύθερο πεδίο “έκφρασης” σε κάθε ψυχάκια», όπως για παράδειγμα γκρινιάζει ο Ξένιος Συμεωνίδης, πρόεδρος του NiMAC2 . Άλλοι χρησιμοποιούν ούλλα τα επίθετα που ξέρουν για να στολίσουν «τους αθκιασερούς» τζιαι τους «δειλούς», εκφράζοντας τον θυμό τους που λερώνουμε τους τοίχους. Η παραγωγή κυρίαρχου λόγου γυρώ που το graffiti στα μήντια αλλά τζιαι στην καθημερινότητα εν κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής για την πόλη, τους χώρους τζιαι κατ’ επέκταση τους τοίχους της τζιαι ως τέτοια την αντιμετωπίζουμε. Παρότι συχνά προσπαθεί να κρυφτεί πίσω που αισθητικές ανησυχίες, η επιθυμία για καθαρούς (ή καλλιτεχνικά στολισμένους αλλά ποττέ μουντζουρωμένους) τοίχους πλαισιώνει την ανάπλαση που ξεδιπλώνεται τα τελευταία χρόνια στο κέντρο. Στεκούμαστε ενάντια στην προσέγγιση του «βλέπε αλλά μην αγγίζεις» που θέλει την πόλη να αντιμετωπίζεται είτε ως μουσειακό έκθεμα ή ως απέραντο gentrified café. Αντίθετα, αντιλαμβανούμαστε το graffiti ως ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας στην πόλη, ως στιγμή τζιαι έκφανση του κοινωνικού ανταγωνισμού στους χώρους τζιαι τους τοίχους τζιαι πολλά λλιότερο ως αισθητικό ζήτημα, ή ζήτημα του πόσο στυλ τζιαι πόσο skill έσσιει η δημιουργός του. Η πολιτική υπεράσπιση του graffiti εν κομμάτι του λόγου τζιαι της δράσης μας για την πόλη.

Αν τζιαι οι αναφορές της εισαγωγής εν κουβέντες που εγραφτήκαν πρόσφατα είτε σε περιοδικά ή μέστο facebook, η έχθρα ενάντια σε τούτο που ονομάζουμε ίσως ελαφρώς καταχρηστικά «graffiti»3 έννεν κάτι καινούργιο. Με λλίο ψάξιμο ανακαλύπτεις άπειρες φλυαρίες στα μήντια για κάτι που εν απλά ανίκανοι να καταλάβουν4 . Για μας (τζιαι πιθανότατα για άλλους/ες), το graffiti εν μια απάντηση στην κοινωνική σιωπή, ένα εργαλείο για να επικοινωνήσεις, να εξωτερικεύσεις αλλά τζιαι ένας τρόπος να διασκεδάσεις, να πιάεις ρίσκα, να γράψεις κάπου δύσκολα, να κολλήσεις μια αφίσα πάστην πόρτα κάποιου φασίστα. Που το συλλογικό επίπεδο των αντιφασιστικών συνθημάτων ως τες ατομικές ταγκιές, υπάρχει ενα κοινό νήμα, μια ανάγκη επικοινωνίας που αναγνωρίζουμε τζιαι στες εαυτές μας. Μια ανάγκη που προκύπτει ως συνέπεια του ότι η μόνη αποδεκτή συνθήκη έκφρασης στην πόλη περνά μέσα που την ιδιοκτησία – αν εγόρασες ή αν ενοικίασες τον τοίχο κάμε ό,τι θέλεις, αλλιώς κρύψε. Το graffiti έρκεται σαν μια παράνομη τζιαι εκ των πραγμάτων προσωρινή παρέμβαση σε ένα περιβάλλον που έχουμε ελάχιστη επιρροή. Εννά ελαλούσαμε ότι το graffiti ενοχλεί επειδή στην ουσία προσφέρει σε κόσμο που εν θα έπρεπε (σύμφωνα πάντα με την κυρίαρχη πολιτική τζιαι τους μηντιακούς της απολογητές) την ευκαιρία να αλλάξουν την πόλη με τους δικούς τους όρους. Οι κήρυκες της αστικής αισθητικής της city ή του facebook εννοείται εν κριτικάρουν τες πληρωμένες, νόμιμες διαφημίσεις που γεμώννουν τους τοίχους της πόλης. Διαφημίσεις οι οποίες σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν την όψη της Λευκωσίας για κάποιο λόγο φαίνεται να ανήκουν σε μια άλλη σφαίρα υπεράνω αισθητικής κριτικής, τζιαι θεωρούνται δεδομένο κομμάτι της ταυτότητας της πόλης. Όταν πρόκειται περί graffiti όμως ξαφνικά γεμώνουμε κριτικούς τέχνης που σαλαβατούν για τες μουντζούρες ή τα συνθήματα ή τες ταγκιές.

Ίσως έννεν ξεκάθαρο, αλλά το graffiti έννεν ένα πράμα, εν πολλά. Η σχετική ανωνυμία τζιαι ο παράνομος χαρακτήρας του αποδεσμεύκει το που τους καθημερινούς τύπους επικοινωνίας, αφού βασίζεται σε μια ιδιότυπη σχέση θεατή-δημιουργού όπου η ορατότητα αποκτά κεντρική σημασία. Παίζει με τες διάφορες κλίμακες του χώρου της πόλης: που τα τηλέφωνα γραμμένα με στυλό σε δημόσιες τουαλέτες ως τα επιβλητικά βαψίματα με ρολά σε ταράτσες, το σημαντικό έννεν τόσο το αποτέλεσμα, όσο το βλέμμα που εννά το δει. Κάποτε μιλά με χιούμορ, κάποτε με καψούρα, κάποτε με γλώσσα ωμή σαν την πραγματικότητα που το εγέννησε. Όπως είπαμε, για μας τζιαι για άλλες, εν τζιαι η αποτύπωση της ανάγκης να αφήνουμε το σημάδι μας στην πόλη. Η θέληση για μια διάχυτη αντιφασιστική παρουσία αντικατοπτρίζεται που τες προσπάθειες να σβήννουνται οι στόχοι, να μπαίνουν αφίσες τζιαι αυτοκόλλητα τζιαι να γράφουμε antifa στες γειτονιές μας αλλά τζιαι σε γειτονιές που εν ξέρουμε τόσο καλά, ή ακόμα τζιαι σε εχθρικές περιοχές ως πρόκληση για τους κατοίκους τους.

Το graffiti τζιαι η κοινωνική αντιμετώπισή του ιδιαίτερα στην εντός των τειχών Λευκωσία βέβαια έννεν κάτι στατικό. Μέσα στα χρόνια δημιουργούνται μορφές graffiti/street art πιο αποδεκτές τζιαι που τον νόμο τζιαι που άλλα υποκείμενα. Για παράδειγμα, το μακρινό 2009 ο paparazzi βάφει ένα πολύχρωμο σχέδιο σε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Ονασαγόρου τζιαι συλλαμβάνεται, οι μπάτσοι ρωτούν τον γελοίες ερωτήσεις για τη σχέση του με τους αναρχικούς τζιαι η είδηση κυκλοφορεί στες εφημερίδες5 . Ο ίδιος, προφητικά, δηλώνει τότε: «Το έχουν παρεξηγήσει το γκράφιτι. Δεν είναι να γράφεις ό,τι θες, συνθήματα ποδοσφαιρικά κτλ. Είναι τέχνη, τρόπος έκφρασης και έχει κάποιους κανόνες που αυτοί που κάνουν γκράφιτι τους σέβονται». Πίσω στο 2019, ο paparazzi πλέον εξασκεί την τέχνη του επί πληρωμή που μαγαζάτορες, με διάφορα έργα στην παλιά πόλη. Τα σχέδιά του στους τοίχους φαίνεται να γίνουνται αποδεκτά ως ένας εναλλακτικός τρόπος διακόσμησης, ενώ άλλοι κινδυνέφκουν να πάθουν ό,τι έπαθε ο ίδιος πριν μια δεκαετία. Έννεν μόνο τα σχέδια του paparazzi βέβαια. Θωρούμε να δημιουργείται μια άτυπη ιεραρχία η οποία κατά κύριο λόγο βασίζεται στο αισθητικό κομμάτι: τα πολύχρωμα murals, τα pieces (graffiti που παίρνουν ώρα), ή τα ψαγμένα στένσιλ φαίνεται να υπερέχουν απέναντι σε άλλες πιο βιαστικές μορφές όπως ταγκιές, στιχάκια, αυτοκόλλητα, αφίσες, κτλ. Δαμέ προκύπτει μια ρητορική, που ακόμα τζιαι κόσμος που βάφει κάποτε αναπαράγει. Εν ο διαχωρισμός με βάση το αποτέλεσμα ανάμεσα σε τέχνη τζιαι βανδαλισμό, δηλαδή που τη μια εν ο καλλιτέχνης του δρόμου που τρώει θκυόμιση ώρες τζιαι ομορφαίνει την πόλη, τζιαι που την άλλη εν ο χούλιγκαν που έγραψε οπαδικό σύνθημα ή ο κάφρος που έβαψεν την πουρόπετρα. Τα παραδείγματα τούτου του διαχωρισμού πολλά, ας πούμε η παλιά αγορά, που μέσα εν καλυμμένοι οι τοίχοι της με διάφορα πολύχρωμα σχέδια αλλά κάποια μέλη της ωρύονται για τα συνθήματα που γράφουνται πόξω τζιαι σβήννουν τα. Ή ο δήμος που αφήνει τα pieces τζιαι διά κάποιους τοίχους για legal graffiti (parking Φανερωμένης πχ) επειδή έτσι εν πιο δύσκολο να βανδαλιστεί ο ίδιος τοίχος. Τούτος ο διαχωρισμός έννεν αθώος. Για μας, όπως είπαμε, έννεν θέμα στυλ ή τεχνικής ή ακόμα τζιαι ηλικίας, αφού πολλοί θεωρούν ότι επειδή κάποιοι βάνδαλοι εν έφηβοι για κάποιο λόγο εν θα έπρεπε να τους ππέφτει λόγος για την πόλη.

Αναφέραμε την πουρόπετρα αλλά εν κάτι που αξίζει να σχολιάσουμε λλίο παραπάνω επειδή εν η κίνηση ματ όσων θωρούν τα graffiti με το μισό τους: «μα αφού βρωμίζουν την πουρόπετρα!». Για όσες εν το ξέρουν, το να γράφεις πάνω σε πουρόπετρα θεωρείται ευρέως μεμπτό, λόγω της δυσκολίας να καθαριστεί τζιαι τον χαρακτήρα της ως ιστορικό κατασκευαστικό υλικό. Το επιχείρημα του ιστορικού χαρακτήρα της πουρόπετρας τζιαι της παλιάς πόλης γενικότερα στην πραγματικότητα εν μια νοοτροπία που αντιμετωπίζει την πόλη σαν κάτι στατικό, που εχτίστηκε στο παρελθόν τζιαι σήμερα συντηρούμε. Ας αναρωτηθούμε: γιατί η καθαριότητα τζιαι η συντήρηση θεωρούνται αυτονόητα σε κτίρια με παραδοσιακά υλικά; Ο ιστορικός χαρακτήρας της πόλης τελικά μπαίνει μπροστά σαν αφορμή για να αποστειρωθεί (όσο γίνεται δηλαδή) τζιαι να κυλά ομαλά η νέα καταναλωτική πραγματικότητα. Για μας η πόλη εν ρευστή τζιαι ζωντανή στο σήμερα, με ούλλον τον πλούτο, τες σχέσεις τζιαι τες αρνήσεις της σύγχρονης εργατικής τάξης τζιαι φιλοδοξούμε να είμαστε κομμάτι τούτης της ζωντάνιας. Τζιαι αν λερωθεί τζιαι καμιά πουρόπετρα, υγεία… Υπερασπιζούμαστε λοιπόν το graffiti σαν συνολική πρακτική έκφρασης τζιαι οικειοποίησης των τοίχων.

Στα πλαίσια του διαχωρισμού που αναφέραμε ανάμεσα σε τέχνη – βανδαλισμό, θωρούμεν συχνά να εξισώνονται στόχοι τζαι σβάστικες με αντιφασιστικά συνθήματα, όπως η ρατσιστική βία τζιαι δράση εξισώνεται με τες οργανωμένες προσπάθειες να αντιμετωπιστεί. Έτσι οι μπάτσοι του καλού γούστου τζιαι των υψηλών τεχνών βρίσκουν την ευκαιρία να μας ποτίσουν τζιαι λλίη θεωρία των δύο άκρων. Όπως είπαμε, το graffiti εν έκφραση του κοινωνικού ανταγωνισμού, έτσι ο διάχυτος εθνικισμός βρίσκει χώρο τζιαι στους τοίχους. Η (υποτίθεται) απολιτίκ θέση των ίσων αποστάσεων που θέλει καθαρούς τοίχους, που προάγει ηρεμία-αγάπη-ούλλα-καλά στην πραγματικότητα εν μια συντηρητική άρνηση να αντιμετωπιστεί ο εθνικισμός ως κυρίαρχο τζιαι δομικό ιδεολόγημα. Ο εθνικισμός τζιαι ο ρατσισμός υπάρχουν πέρα που τους τοίχους, στα ράδια, στες εφημερίδες, στες ανακοινώσεις των κομμάτων, στους λόγους των παπάων, στα σχολικά βιβλία, στα μυαλά. Το αίτημα για καθαρούς τοίχους παρέα με την ισοπέδωση των κοινωνικών ανταγωνισμών σε αντιαισθητική «μαυρίλα», που θα ελάλεν η city, προφανώς έννεν θέση που εξαντλείται με το που περάσει το συνεργείο του δήμου τζιαι βάψει τους τοίχους άσπρους. Εν κομμάτι μιας προσπάθειας να επιβληθεί μια ιδιότυπη κοινωνική ειρήνη, όπου οι απόψεις ούλλων εν ίσες, υποτίθεται, τζιαι συζητιούνται πολιτισμένα τζιαι δημοκρατικά, υποτίθεται… Η εξίσωση ενός αντιφασιστικού συνθήματος με τες μαλακίες που γράφουν στους τοίχους τα εθνίκια στην τελική εν απλά το άλλοθι για μια αποστειρωμένη πόλη για να μεν ξενερώνουν οι πελάτες, τζιαι οι φασίστες ας κάμνουν ό,τι θέλουν.

Παράλληλα με τη συζήτηση για το graffiti, διεξάγεται τζιαι μια συζήτηση για την εγκληματικότητα στην παλιά πόλη. Μια συζήτηση που κατά κύριο λόγο δαιμονοποιεί μετανάστες κατοίκους της εντός των τειχών Λευκωσίας ως πιθανούς εγκληματίες τζιαι απενοχοποιεί το οργανωμένο έγκλημα (δηλαδή τους κυπραίους μαφιόζους) που δρουν στον χώρο. Τούτες οι συζητήσεις έχουν κοινά. Πρώτον, η αφήγηση πάντα γίνεται που υποκείμενο που προσπαθεί να ταυτιστεί με τον μέσο κυπραίο, απολιτίκ τζιαι ουδέτερο, μιλώντας με αντικειμενικούς όρους αισθητικής ή ασφάλειας. Δεύτερον, τούτες οι συζητήσεις διαμορφώνουνται που το πλαίσιο τους στα μήντια με επικλήσεις στο συναίσθημα τζιαι προσπάθειες να ενεργοποιηθούν συντηρητικά αντανακλαστικά. Τρίτον, έχουν πραγματικές επιπτώσεις στους χώρους τζιαι τους χρόνους της πόλης. Όταν λαλούμε πραγματικές επιπτώσεις εννοούμε μπάτσους. Μπάτσοι που πληθαίνουν για να περιορίσουν την «εγκληματικότητα» (στην οποία εντάσσεται τζιαι το graffiti), με αυξανόμενες περιπολίες, ελέγχους αυτοκινήτων τζιαι μικρές επιχειρήσεις-σκούπα εναντίον μεταναστών στα στενά. Η αύξηση της αστυνόμευσης εν νομίζουμε ότι μπορεί να σταματήσει ή ακόμα τζιαι να μειώσει το graffiti. Μπορεί όμως να οξύνει τους διαχωρισμούς βανδαλισμού – τέχνης τζιαι να περιθωριοποιήσει όσους κινούνται πιο κοντά στο πρώτο. Η υπεράσπιση του graffiti πρέπει να στραφεί ενάντια στο αίσθημα ασφάλειας τζιαι την εντεινόμενη μπατσοκρατία, ψάχνοντας συμμάχους που βρίσκουνται τζιαι τζιείνοι στο στόχαστρο του δημόσιου λόγου.

Το graffiti εν κομμάτι της ζωής στην πόλη, παιδί των διαδικασιών τζιαι των συναισθημάτων της, αλλα τζιαι σημαντικό κομμάτι της κουλτούρας του δρόμου. Σε πείσμα όσων θέλουν καθαρούς τοίχους, αποστειρωμένη τέχνη τζιαι ησυχία-τάξη-ασφάλεια το graffiti εννά μείνει στον δρόμο. Γιατί είμαστε πολλοί τζιαι πολλές που έχουμε πράματα να πούμε με τα σπρέυ, τους μαρκαδόρους, τα αυτοκόλλητα τζιαι τες αφίσες μας. Η μάχη ενάντια στους φασίστες, ενάντια στην ανάπλαση τζιαι την μπατσοκρατία του κέντρου εννά δοθεί (τζιαι) στους τοίχους. Γιατί ξέρουμε ότι τούτη η πόλη, τούτοι οι δρόμοι που παρπατούμε τζιαι λιώνουμε τες σόλες μας, κουβαλά τα σημάθκια μας όπως κουβαλούμε εμείς τα δικά της. Ενάντια στην επέλαση του κεφαλαίου στην καθημερινότητα της πόλης εν τούτην την αυτοπεποίθηση τζιαι τη συνείδηση πως εν η εργασία, ο χρόνος τζιαι οι σχέσεις μας που διούν ζωντάνια στην πόλη που πρέπει να αναγνωρίσουμε. Όσα μαγαζιά τζιαι να ανοίξουν, όσα πληρωμένα street art τζιαι να βάψουν, εν ούλλα ψόφια χωρίς τον πλούτο της εμπειρίας των από κάτω. Εν τούτην την σύγκρουση που πρέπει να αναδείξουμε, στους δρόμους τζιαι τους τοίχους της Λευκωσίας. Εννά τα πούμε τζιαμέ.


1 https://city.sigmalive.com/article/2019/2/6/yparhei-arketi-mayrila-stis- psyhes-mas-prepei-na-tin-vlepoyme-grammeni-pantoy/

2 Nicosia Municipal Arts Centre, Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας, στεγάζεται στην παλιά Ηλεκτρική

3 Συμπεριλαμβάνει, tags, stencils, stickers, graffiti, bombs, απλό spray στον τοίχο.

4 Στο youtube γράψε «η άλλη όψη της παλιάς πόλης». Εν ένα βίντεο 2.12 λεπτών του newsitcy. Επίσης αν θέλεις ψάξε το βίντεο με τίτλο «η νέα όψη της άλλης παλιάς πόλης» για να δεις parody 4.38 λεπτών

5 Αναδημοσιευμένη είδηση που τον πολίτη αρχειοθετημένη δαμέ http://luciarikaki.blogspot.com/2009/01/blog-post_28.html

 

ANTIFA TROPIKAL #1